Η ζωή εν τάφω
( β' μέρος )
Καθελών σου, Λόγε,
απο ξύλου νεκρόν,
εν μνημείω, Ιωσήφ, νυν κατέθετο.
Αλλ' ανάστα σώζων πάντας ως Θεός.
Των αγγέλων, Σώτερ,
χαρμονή πεφυκώς,
νυν και λύπης τούτοις γέγονας αίτιος,
καθορώμενος σαρκί άπνους, νεκρός.
Υψωθείς εν ξύλω
και τους ζώντας βροτούς,
συν υψοις υπό την γήν δε γενόμενος,
τους κειμένους υπ' αυτήν εξανιστάς.
Ώσπερ λέων, Σώτερ,
αφυπνώσας σαρκί,
ως τις σκύμνος, ο νεκρός, εξανίστασαι,
αποθέμενος το γήρας της σαρκός.
Ο ζωής ταμίας
πώς οράται νεκρός;
Εκπληττόμενοι οι άγγελοι έκραζον,
πώς δ' εν μνήματι συγκλείεται Θεός;
Προσκυνώ το πάθος,
ανυμνώ την ταφήν,
μεγαλύνω σου το κράτος, Φιλάνθρωπε,
δι' ων λέλυμαι παθών φθοροποιών.
Οίμοι, φως του κόσμου!
Οίμοι, φως το εμόν!
Ιησού μου ποθεινότατε έκραζον,
η Παρθένος, θρηνωδούσα γοερώς.
Ώ Θεέ και Λόγε,
ω χαρά η εμή,
πώς ενέγκω σου ταφήν την τριήμερον;
Νυν σπαράττομαι τα σπλάχνα μητρικώς.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου