Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Μια άποψη περί «αναπηροποίησης»

Το τελευταίο διάστημα πολλοί «άστραψαν» και «βρόντηξαν» εναντίον (ευτυχώς ελάχιστοι υπέρ) του «περίφημου» νομοθετήματος του υπουργείου Εργασίας, που αναγνωρίζει ποσοστό αναπηρίας στα άτομα με παιδοφιλία, και ανάκατα σε όποια άλλη ψυχική κατάσταση έχει την κατάληξη –μανία.
Ανάμεσά τους δυστυχώς, για ακόμα μια φορά κάποιοι χρησιμοποίησαν «γλώσσα» ακραία και αποκρουστική, που δεν συνάδει σε καμία περίπτωση με τον όποιο διάλογο (δημόσιο ή μη) θα έπρεπε να υπάρχει για τα διάφορα ζητήματα που απασχολούν κατά καιρούς την κοινή γνώμη στη χώρα μας.

Για το ζήτημα του συγκεκριμένου νομοθετήματος (για ένα περίεργο λόγο δεν το γνώριζα), με ενημέρωσε ένας ευαισθητοποιημένος πολίτης και καλός φίλος. Φρόντισε, παρά τον όχι άδικο θυμό του, να μου στείλει σε  σύνδεσμο το ΦΕΚ, έτσι μπόρεσα από την αρχή να αποκτήσω δική μου γνώμη για αυτό το νομοθέτημα. Δύο πράγματα με ενόχλησαν από την πρώτη ανάγνωση: η προχειρότητα και η έλλειψη κοινής (αλλά και επιστημονικής) λογικής. Η απάντηση στον φίλο μου ήταν απόλυτη και σαφής από την πρώτη στιγμή: «όσο περνάει από τις δικές μου (μικρές ή μεγάλες) δυνάμεις αυτό το πράγμα δεν θα εφαρμοστεί»

Εξηγώ αμέσως τη θέση μου. Κανένας ειδικός (ή μη) δεν μπορεί εύκολα να κατανοήσει την τάση (μόδα) κάθε κατάσταση (κλινική ή μη) να πρέπει με κάποιο εντελώς αυθαίρετο  και πρόχειρο τρόπο να «αναπηροποιηθεί», χωρίς αυτό να σχετίζεται με τη θεραπεία ή την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης. Το αντίθετο μάλιστα, όλες οι μελέτες και οι έρευνες μας δείχνουν με τρόπο σχεδόν απόλυτο, ότι η κάθε μορφής (οικονομική ή άλλη) ενίσχυση και ειδική μεταχείριση των καταστάσεων αυτών λειτουργούν εμποδιστικά και στρέφεται ενάντια στην όποια προσπάθεια θα κάνει το άτομο που θέλει να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή.

Ακόμα περισσότερο, στην κλινική πρακτική υπάρχουν σταθερά κλινικά κριτήρια που καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι της κάθε κλινικής κατάστασης, σύμφωνα με το εγχειρίδιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ή άλλων από αναγνωρισμένες διεθνώς  ψυχιατρικές ενώσεις. Για κάθε τέτοια κατάσταση ο ειδικός κλινικός εκτός της διάγνωσης, θα αποφανθεί και για το επίπεδο της έκπτωσης στη λειτουργικότητα που προκαλεί η κάθε κατάσταση. Άρα δικαίως πολλοί αναρωτιούνται: γιατί η «αναπηροποίηση» της παιδοφιλίας είναι αναγκαία από τη στιγμή που δεν σχετίζεται με τη δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες που παρέχουν θεραπεία και (το κυριότερο) η έκπτωση στη λειτουργικότητα που προκαλεί η συγκεκριμένη κλινική κατάσταση είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την έκδοση για παράδειγμα επιδόματος ή την υποστήριξη μέσω άλλης προνοιακής ειδικής μεταχείρισης.

Δυστυχώς για ακόμα μια φορά, αντί να συζητούμε στη βάση παρόμοιων επιχειρημάτων, (θέλω να πιστεύω αρκετά λογικών), που στηρίζουν με τρόπο επιστημονικό αλλά και ηθικά ορθό τη θέση των περισσότερων από εμάς, για την αναγκαιότητα άμεσης απόσυρσης του συγκεκριμένου νομοθετήματος, η αντίδραση στη νομοθετική προχειρότητα και πρόκληση έγινε μέσω κραυγών και ακραίων θέσεων κυρίως από αυτούς που (ανώνυμα) παρα-δημοσιογραφούν και εκφράζουν σε κάθε ευκαιρία άποψη επί παντός επιστητού. Σε αυτούς δόθηκε για ακόμα μια φορά η δυνατότητα να επηρεάσουν την κοινή γνώμη στη βάση επιχειρημάτων άκρατου λαϊκισμού. Αυτό είναι ένα ακόμα πιο σοβαρό (κι από τις διάφορες νομοθετικές γκάφες και προχειρότητες) ζήτημα, το οποίο η σύγχρονη ελληνική κοινωνία πρέπει κάποια στιγμή, (για να μην πω άμεσα), να αντιμετωπίσει.  

Γιάννης Καλλινικάκης
Ψυχολόγος – Υποψήφιος Διδάκτορας του ΔΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...