Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Αλέξης Σταυράτης... Πάντα κάτι συμβαίνει γύρω μας.....

Ώρες σιωπής…

Ο κυριακάτικος, κλασικός καφές στην Πλάκα. Ωραία είναι εκεί και καλά κάνετε που ζηλεύετε! Αλλά δεν είναι πάντοτε ιδανικά, γιατί με πιάνουν και μελαγχολίες…
Εδώ κάποτε ήταν μια πλατεία, η κεντρική πλατεία της Πλάκας. Τώρα είναι μόνο τέντες και καρέκλες και δυο ξεχασμένα δέντρα. Και μια προτομή πίσω μου, που κοιτάζει κατά την Ακρόπολη… Χειμώνα –καλοκαίρι, κάθε Κυριακή εκεί. Δεν ξέρω το γιατί, πάντως δεν καυχιέμαι που πίνω τον καφέ μου μέσα στη ζέστη, ενώ κάθε λογικός Έλληνας βρίσκεται παρά θίν’ αλός… Όχι, δε μου λείπει η θάλασσα, ο ουρανός μού λείπει. Αν αντί για τις τέντες, η πλατεία μου ήταν γεμάτη δέντρα; Εδώ ξέχασαν να πετάνε τα περιστέρια, τι θέλετε να κάνουν οι άνθρωποι;…

Οι γείτονές μου μόλις έχουν βγει από την Εκκλησία, και τις ώρες της σιωπής τις αναπληρώνουν φωνάζοντας. Δεν μπορώ να διαβάσω, γιατί οι ταπεινολογίες και τα κουτσομπολιά τους μου χαλάνε λίγο τη διάθεση. Είπα να πεταχτώ και να ισοπεδώσω τη βλακεία…, αλλά συγκρατήθηκα. Γιατί και η βλακεία μου έχει τα όριά της. Ήμουν και λίγο άτυχος σήμερα… Α, σήμερα έχουμε εκλογές και λείπουν κάποιες διασημότητες του χώρου! Ο επικοινωνιολόγος είναι στο κανάλι του, ετοιμάζει τα ψέματα για το βράδυ των εντυπώσεων. Η γνωστή δημοσιογράφος επίσης… Λείπει και ο σκηνοθέτης, που μόνος του ήθελε έναν καναπέ για να χωρέσει. Κρίμα…., γιατί αυτός πάντα συνοδευόταν από ανθρώπους της τέχνης.

Τα λουλούδια μου κοιμόντουσαν ακόμα ή τα είχαν στείλει σε εφορευτικές επιτροπές, μπας και λιγοστέψει η αποχή; Ίσως και να λούζονταν στις Ελληνικές παραλίες… Τότε εμφανίστηκε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, πάνω από 75 έκαστος. Και η σύζυγος, μάλλον, λίγο μεγαλύτερη… Την κρατούσε από το χέρι -γιατί δυσκολευόταν να περπατήσει- χωρίς γκρίνια, χωρίς δυσφορία. Κάθισαν στον ίδιο καναπέ. Δίπλα-δίπλα. Εκείνη φορούσε ένα μπλε τιραντέ φόρεμα με ακάλυπτα τα άσπρα χέρια της ως επάνω. Χτενισμένη κομψά και φιλάρεσκα, και κοκάλινα χρυσαφί γυαλιά, που της έδιναν έναν αέρα αξιοπρέπειας. Κάθισαν. Τον κοίταξε με ένα ελαφρύ χαμόγελο. Περισσότερο σαν ευχάριστη κατάσταση, μακαριότητα πες, παρά σαν διάθεση να χαμογελάσει. Εκείνος πήρε το χέρι της και τη χάιδευε τρυφερά μέχρι τον ώμο. Κοιτάζονταν· ιλαρά τα πρόσωπα και των δύο. Ύστερα εκείνος σηκώθηκε και κάθισε απέναντί της με θέα προς το δρόμο. Δεν έβλεπα πια το πρόσωπό του, έβλεπα όμως το δικό της βλέμμα. Ήταν μια ευτυχισμένη γυναίκα. Μιλούσε χαμηλόφωνα, πάντα με αυτή την ήρεμη ευτυχία στο πρόσωπό της. Εντάξει, αυτός κοιτούσε καμιά φορά τον κόσμο, αλλά δεν πέρασε καμιά νεαρά ύπαρξη για να τεστάρω τη φορά παρακολούθησης…

Ύστερα ήρθε κάποιος άλλος, σχετικά νεότερος, και κάθισε στην πρώην θέση του συζύγου. Τότε εκείνη άρχισε να συζητάει με τον επισκέπτη. Ο σύντροφος αφέθηκε να παρακολουθεί την κίνηση. Και, ναι!, πέρασε ένα ευωδιαστό άνθος…, αλλά δεν τον είδα να την προσέχει ιδιαίτερα. Την ώρα που οι άλλοι δύο είχαν θέματα προς συζήτηση, ο σύντροφος είχε ακουμπήσει το κεφάλι του στο χέρι και περίμενε. Κάπου-κάπου συμμετείχε κι αυτός, αλλά γενικά βαριόταν. Όταν ήταν μόνοι τους δε μιλούσαν συνέχεια, αλλά φαινόταν πως η σιωπή ήταν κομμάτι της ευτυχίας τους. Ο επισκέπτης δυνάμωσε τη φωνή και άκουσα να μιλάνε για ωραία φαγητά. Πείραξε τον άντρας της δυνατά: ‘’Α, γι’ αυτό πήγες εκεί, γι’ αυτό…’’, και ξέσπασαν και οι τρεις σε γέλια. Μετά ο επισκέπτης μίλαγε για διευθέτηση πραγμάτων από μετακόμιση –μετακίνηση;- μετά δεν με ενδιέφεραν άλλο. Ό,τι ήταν να δω, το είδα να συμβαίνει σε λίγα λεπτά. Η ζωή έχει και άλλες ασχολίες.

Συνέχισα να πίνω τον διπλό εσπρέσο μου. Οι άνθρωποι της Κυριακής είχαν φύγει, τα λουλούδια δεν πλησίαζαν λόγω ζέστης, κι εγώ σκεφτόμουν να συνεχίσω ή όχι το μισοδιαβασμένο βιβλίο. Δίπλα μου, μόλις κάθισαν 2+2 Γερμανοί. Να εξασκήσω τα αγγλικά μου βρίζοντας τη Μέρκελ; Ούτε εγώ θα ήξερα τι έλεγα, ούτε εκείνοι θα ένοιωθαν ότι τους έβριζα…  Κάποια στιγμή, ένας τους κλωτσάει ήρεμα ένα περιστεράκι του θεού, που έψαχνε για ψίχουλα κοντά το τραπέζι του. Καμώνομαι πως δε βλέπω το έγκλημά του…

Να φύγω; είναι νωρίς ακόμα... Απέναντι οι τρεις ακόμα συζητάνε, γύρω μου ακούω ονόματα νησιών ή παραλιών, κανείς δεν ασχολείται με τις εκλογές ή την επόμενη φάση της Εθνικής Ελλάδας. Πήρα το βιβλίο στα χέρια, ‘’Το ημερολόγιο ενός ταπεινωμένου’’, του Φέλιξ Ντε Αθούα: «Αντί να προχωράμε στη ζωή με φαντασία προς το άπειρο, μερικές φορές καθόμαστε να σκοτώσουμε μια κατσαρίδα ή να κολλήσουμε γραμματόσημα, κι αυτό είναι ο χαμός μας».  Πείτε μου, τι άλλο να διαβάσω σε έναν κήπο με ξεραμένα δέντρα;    

Αλέξης Σταυράτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...